Μάκρη και Λιβίσι Λυκίας: δύο δίδυμες μικρασιατικές κοινότητες

Η Μάκρη και το Λιβίσι, γνωστές σήμερα ως Fethiye και Kayaköy αντίστοιχα, βρίσκονται στα νοτιοδυτικά παράλια της Τουρκίας -απέναντι και ανατολικά της Ρόδου. Βρίσκονται στην περιοχή της Λυκίας, η οποία κατοικείται από την 3η χιλιετία π.Χ. και έχουν χτιστεί στα ερείπια αρχαίων πόλεων, της Τελμησσού, και της Καρμυλησσού.

Κατά τους χριστιανικούς χρόνους αναφέρεται Επίσκοπος «Τελμησσού και Μάκρης», ο οποίος παρευρέθηκε στην Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ. Χ). Μετά την Σύνοδο τη Χαλκηδόνας, αναφέρεται επισκοπή «Μάκρης και Λιβισιού» μόλις στο 1316 και δείχνει ότι η σχέση Μάκρης και Λιβισιού είναι πολύ παλιά. Το 1731 το Λιβίσι και το Καστελόριζο υπάχθηκαν στην Μητρόπολη Πισιδίας.
Στα νεότερα χρόνια, ο πληθυσμός του Λιβισιού ξεκινάει από 328 νοικοκυριά το 1835 και αυξάνεται σταδιακά για να φτάσει τα 726 νοικοκυριά το 1886. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που συγκέντρωσε το Ελληνικό Κράτος το 1910 το Λιβίσι έχει 4.450 κατοίκους, από τους οποίους μόνο οι 450 Μουσουλμάνοι και η Μάκρη 4.785 κατοίκους, από τους οποίους 2000 Έλληνες, 1500 Οθωμανούς, 1285 περίπου Εβραίους.

Όπως δείχνουν όλες οι μαρτυρίες η Μάκρη είναι ένας πολύ νεότερος οικισμός, μια αποικία του Λιβισιού, ο οποίος ξεκινά ως ένας εμπορείο με ένα μικρό αριθμό αποθηκών και εξελίσσεται σε οικισμό. Ο οικισμός αναπτύχθηκε απότομα μετά το 1840 με την άφιξη πληθυσμού από τα Δωδεκάνησα που ακολούθησε την ανάπτυξη του λιμανιού. Η ανάπτυξη προσελκύει και πολλούς ξένους, όπως μαρτυρά και ο διορισμός προξενικών πρακτόρων στην περιοχή, που ανακαλύπτουν τα σημαντικά προϊόντά της και κυρίως την δυνατότητα μεταφοράς τους χάρη στο ασφαλές λιμάνι της Μάκρης. Το 1851 ένας καταστρεπτικός σεισμός επηρέασε την πόλη. Το 1878 η ανακάλυψη και η εκμετάλλευση ορυχείων χρωμίου από τον Χατζή Νικόλαο Λουϊζίδη σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας οικονομικής άνθισης. Η μοντέρνα, ευρωπαϊκή Μάκρη χτίζεται μετά το 1886, όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη με αποτέλεσμα να ξαναχτισθεί ρυμοτομημένη. Τότε σκεπάστηκαν τα έλη, φτιάχτηκε η προκυμαία και πολλοί Λιβισιανοί εγκαταστάθηκαν στη Μάκρη, όπου ο πληθυσμός ήταν κυρίως Λιβισιανοί και Ροδίτες. Την ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Μετά το 1897 ωστόσο αυξήθηκε και ο μουσουλμανικός πληθυσμός κυρίως με την άφιξη Τουρκοκρητών.

Τα τελευταία χρόνια πριν την Έξοδο με βάση την οθωμανική διοικητική διαίρεση η Μάκρη ήταν καζάς (kaza) και έδρα καϊμακάμη (kaymakam). Εκεί βρίσκονταν τα στρατολογικά γραφεία, τα δικαστήρια, όλες οι υπηρεσίες. Η κοντινότερη ανώτερη εξουσία, ο μουτεσαρίφης (mutesarif), ήταν στα Μούγλα ενώ ο νομάρχης (vali) στη Σμύρνη. Το Λιβίσι διοικητικώς υπαγόταν στη Μάκρη. Το Λιβίσι είχε προεστό (muhtar) Χριστιανό, ο οποίος διοριζόταν από τις τουρκικές αρχές αλλά από το 1914 ήταν ξεχωριστό müdürlük.

Οι μαρτυρίες Μακρολιβισιανών για τις σχέσεις των Ελληνορθοδόξων με το οθωμανικό κράτος και τους μουσουλμάνους τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν της αναγκαστικής ανταλλαγής των πληθυσμών επιβεβαιώνουν το μοτίβο το οποίο συναντάμε και στις μαρτυρίες προσφύγων από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, αναφέρονται δηλαδή σε μια σχετικά αρμονική συμβίωση μέχρι το 1908, στις νέες ελπίδες που γέννησε η Νεοτουρκική επανάσταση καθώς και στην σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων μετά το 1908, που μετά το τραύμα των βαλκανικών πολέμων και σε όλα τα χρόνια του α΄ παγκοσμίου πολέμου παίρνει πια την μορφή οργανωμένων διωγμών. Ο πρώτος διωγμός του 1914 έπληξε και τις δυο περιοχές και έκανε συγγραφέα και της εποχής να γράψει: «Η απογύμνωσις των Μικρασιατικών παραλίων από το Ελληνικόν στοιχείον δεν θα ήτο πλήρης, εφ’ όσον έμενον όρθιαι αι κοινότητες Μάκρης (απέναντι της Ρόδου) και του παρακειμένου Λειβησίου.»

Τα χρόνια του Α Παγκοσμίου Πολέμου η Μάκρη, όπως και ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου, υφίσταται τις συνέπειες τόσο των εχθροπραξιών όσο και της εσωτερικής πολιτικής του Οθωμανικού κράτους. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των οθωμανικών αρχών στους μη Μουσουλμάνους υπηκόους τους και οι συχνές κατηγορίες για κατασκοπεία, ήταν από τα επιχειρήματα με τα οποία δικαιολογούν ακόμη και τα ακραία μέτρα που «επέβαλαν» οι έκτακτες συνθήκες του πολέμου. Τα έτη 1916, 1917 και 1918 εφαρμόστηκε και στην περιοχή της Μάκρης το μέτρο του εκτοπισμού. Πολύτιμες πληροφορίες για τις συνθήκες και την έκταση των εκτοπισμών αντλούμε από τις μαρτυρίες Μακροληβισιανών.

Αμέσως μετά τον Πόλεμο όπως πολλές κοινότητες έτσι και η Δημογεροντία Μάκρης απευθύνει ψηφίσματα στις νικήτριες δυνάμεις, δηλώνοντας την βούλησή της να μην δεχθεί παρά μόνο την ένωση με την Ελλάδα. Παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι στο στρατόπεδο των ηττημένων και ο χριστιανικός πληθυσμός αναμένει την τιμωρία της κυβέρνησης των χρόνων του πολέμου για τους διωγμούς, και μετά τον πόλεμο η κατάσταση εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τους χριστιανικούς πληθυσμούς καθώς οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Συμμάχων και συγκεκριμένα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα περιπλέκουν την κατάσταση. Μετά το τέλος του πολέμου τον Απρίλιο η περιοχή από την Μάκρη έως την Αττάλεια καταλαμβάνεται από τα ιταλικά στρατεύματα. Η Ιταλία εκφράζει ανοικτά τις διεκδικήσεις της στα μικρασιατικά παράλια και ιδιαιτέρως μετά την άφιξη της Ελληνικής Διοίκησης στην Σμύρνη ο ελληνοϊταλικός ανταγωνισμός κορυφώνεται.

Ο Ελληνορθόδοξος πληθυσμός εγκαταλείπει την Μάκρη και το Λιβίσι μέχρι το τέλος του 1923.

Εταιρεία Ιστορικών ερευνών "Λυκία"